ανόρθωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της ανόρθωσης ενός σώματος ή αντικειμένου· η μετακίνηση ή τοποθέτηση σε ψηλότερη ή πιο σταθερή θέση με σκοπό τη βελτίωση της μορφής, της στήριξης ή της θέσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανόρθωση του μαστού μετά τη μαστεκτομή βελτίωσε την αυτοπεποίθησή της.
  • Η ανόρθωση της οικονομίας απαιτεί πολιτικές επενδύσεων και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
  • Η καθημερινή άσκηση βοήθησε στην ανόρθωση του κορμού και στη βελτίωση της στάσης του σώματος.
  • Η νίκη αποτέλεσε μια αναγκαία ανόρθωση του ηθικού για την ομάδα.
  • Η ανόρθωση του παλαιού κτιρίου χρειάστηκε εξειδικευμένους τεχνίτες και αρκετό χρόνο.