υποβάθμιση
ουσιαστικό1. Μείωση της αξίας, του κύρους ή του επιπέδου που χαρακτηρίζει ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο, μια υπηρεσία ή μια κατάσταση, έτσι ώστε να γίνεται λιγότερο σημαντικό ή ποιοτικό σε σχέση με το προηγούμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνεχής υποβάθμιση του περιβάλλοντος απειλεί τη βιοποικιλότητα.
- Η εταιρεία ανακοίνωσε την υποβάθμιση της θέσης του διευθυντή.
- Με τη συμπίεση προκλήθηκε η υποβάθμιση της ποιότητας της εικόνας.
- Η υποβάθμιση της γειτονιάς οδήγησε σε μείωση των τιμών ακινήτων.
- Η χώρα αντιμετωπίζει υποβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας.