σκληρότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση ενός σώματος ή υλικού να αντιστέκεται στην παραμόρφωση, τη φθορά ή την εισχώρηση όταν ασκείται εξωτερική δύναμη.
2. Συμπεριφορά ή πράξη που προκαλεί πόνο, αγωνία ή ταλαιπωρία σε άλλα όντα χωρίς οίκτο ή επιείκεια.
Συνώνυμα
βαναυσότητα ανηλεότητα απάνθρωπια αγριότητα βιαιότητα ωμότητα αδυσώπησία αυστηρότητα δριμύτητα βαρβαρότητα βασανισμός βία κακία αναλγησία κακοσύνη φρικαλεότητα μοχθηρία ακαμψία αναισθησία ανθεκτικότητα επιθετικότητα εχθρότητα καταπίεση ψυχρότητα αδιαλλαξία μικροψυχία
Αντώνυμα
μαλακότητα επιείκεια συμπόνια ευσπλαχνία ανθρωπιά στοργή φιλανθρωπία καρδιά γλύκα έλεος καλοσύνη ανθρωπότητα ανεκτικότητα ηπιότητα οίκτος σπλαχνικότητα τρυφερότητα ευαισθησία απαλότητα ανοχή ελεημοσύνη χαλαρότητα διαλλακτικότητα ενσυναίσθηση μεγαλοψυχία υποχωρητικότητα ευθραυστότητα ευγένεια ελαστικότητα υποχώρηση κατανόηση άφεση συγκίνηση φιλικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Καταδικάσαμε τη σκληρότητα απέναντι στα ζώα.
- Η σκληρότητα του χάλυβα καθορίζει την αντοχή των κατασκευών.
- Η σκληρότητα της ποινής φάνηκε αδικαιολόγητη.
- Η σκληρότητα του χειμώνα καθιστούσε το ταξίδι επικίνδυνο.
- Η σκληρότητα στις αποφάσεις της διοίκησης προκάλεσε αντιδράσεις.