πρωτοβουλία
ουσιαστικό1. Δράση ή στάση κατά την οποία άτομο ή ομάδα αναλαμβάνει την ευθύνη να ξεκινήσει, οργανώσει ή προωθήσει μια ενέργεια χωρίς να περιμένει οδηγίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει ένα σεμινάριο για την ασφάλεια.
- Η πρωτοβουλία για την ανακύκλωση στο σχολείο είχε μεγάλη ανταπόκριση από τους μαθητές.
- Η τοπική κοινότητα ανέλαβε πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση του πάρκου.
- Χωρίς τη δική της πρωτοβουλία, το έργο δεν θα προχωρούσε τόσο γρήγορα.
- Μια κυβερνητική πρωτοβουλία στοχεύει στη μείωση της ανεργίας.