σταθερότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση ενός σώματος ή συστήματος να διατηρεί σταθερή θέση, ισορροπία ή μορφή όταν υπόκειται σε εξωτερικές δυνάμεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

αστάθεια μεταβλητότητα αποσταθεροποίηση αναβρασμός συγκυρία κρίση στροφή κατάρρευση αναστροφή ανατροπή ανισορροπία διατάραξη εναλλαγή επανάσταση ζάλη κωλοτούμπα μεταστροφή μετατόπιση παραλλαγή ρευστότητα ανασφάλεια αναταραχή διαταραχή κλονισμός ασυνέπεια χαοτικότητα αβεβαιότητα ακυβερνησία αμφιταλάντευση αναδίπλωση αναποφασιστικότητα ιδιοσυγκρασία νευρικότητα πειραματισμός περιπλάνηση ταραχή τυχαίοτητα υποχώρηση κατάσταση φάση ρίσκο περιστατικό περιπέτεια σύγχυση εξέγερση κλίμακα περίσταση δίνη τυχαιότητα αναθεώρηση ανακατωσούρα αποστασία εκτροπή ευαλωτότητα καμπή μετάβαση φούσκα ευθραυστότητα αλλαγή μεταβολή αναρχία αταξία επικινδυνότητα καινοτομία καταποντισμός μπάχαλο περιστροφή σταυροδρόμι φρενίτιδα χρόνος στοίχημα εξέλιξη περιοδεία χαμός πανικός λαίλαπα παρέκκλιση παροξυσμός ποικιλία φουρτούνα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σταθερότητα του τραπεζιού είναι απαραίτητη για την ασφάλεια των εργαλείων.
  • Ένιωθα μεγαλύτερη σταθερότητα μετά που ρύθμισα το πρόγραμμά μου και τις ώρες ύπνου.
  • Η κυβέρνηση υποσχέθηκε σταθερότητα στην αγορά και στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
  • Ο μηχανικός μέτρησε τη σταθερότητα της γέφυρας χρησιμοποιώντας δοκιμές φόρτωσης.
  • Η σταθερότητα της ένωσης σε όξινο περιβάλλον καθορίζει τη διάρκεια ζωής του καταλύτη.