προεξοχή
ουσιαστικό1. Κομμάτι ή τμήμα που προεξέχει από επίπεδο ή επιφάνεια, σχηματίζοντας προέκταση ή εξόγκωμα.
2. Αρχιτεκτονικό ή μηχανικό στοιχείο που εξέχει και χρησιμεύει ως στήριγμα, κάλυμμα ή διακοσμητικό μέλος.
Συνώνυμα
εξόγκωμα προβολή προεκβολή πρόβολος αποφυάδα ανύψωμα προέκταση ανάγλυφο άκρη πρωτοκαθεδρία υπεροχή κονδύλωμα εξόστωση αιχμή μπαλκόνι ανωτερότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προεξοχή του πατώματος πάνω από τα σκαλοπάτια χτύπησε το πόδι μου.
- Η προεξοχή του βράχου προκάλεσε προβλήματα στο μονοπάτι.
- Η προεξοχή στο κουμπί του ρολογιού έσπασε και το μηχανισμό δεν λειτουργεί σωστά.
- Η προεξοχή του οστού έγινε επώδυνη μετά το ατύχημα.
- Η προεξοχή του ταλέντου του ήταν εμφανής από μικρή ηλικία.