ανυπακοή

ουσιαστικό

1. Συμπεριφορά ή πράξη κατά την οποία άτομο αρνείται να συμμορφωθεί με εντολές, κανόνες ή απαιτήσεις εξουσίας, εκδηλώνοντας άρνηση, απροθυμία ή αντίσταση στην επιβαλλόμενη εξουσία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανυπακοή του παιδιού στους γονείς εκδηλώθηκε όταν αρνήθηκε να πάει σχολείο.
  • Η ανυπακοή του στρατιώτη στην εντολή θεωρήθηκε σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα.
  • Η ανυπακοή των πολιτών απέναντι σε άδικο νόμο οδήγησε σε μαζικές διαδηλώσεις.
  • Η ανυπακοή στην παράδοση τον έφερε σε ρήξη με την οικογένειά του.
  • Η ανυπακοή του καλλιτέχνη στους συμβατικούς κανόνες οδήγησε σε πρωτοποριακά έργα.