θάρρος

ουσιαστικό

1. Εσωτερική δύναμη ή στάση που επιτρέπει σε ένα άτομο να αντιμετωπίζει κίνδυνο, πόνο, φόβο ή δυσκολίες χωρίς να υποχωρεί ή να παραιτείται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο στρατιώτης έδειξε μεγάλο θάρρος στη μάχη.
  • Έβγαλε το θάρρος να πει την αλήθεια στον διευθυντή.
  • Πάρε θάρρος και παρουσίασε την ιδέα σου στη συνάντηση.
  • Δεν έχω το θάρρος να του ζητήσω εξηγήσεις.
  • Χρειάστηκε πολύ θάρρος για να φύγει από τη σχέση.