εξασθένιση
ουσιαστικό1. Μείωση της έντασης, της δύναμης ή της ισχύος ενός φαινομένου, σήματος ή επίδρασης.
2. Απώλεια σωματικής ή ψυχικής αντοχής και ζωτικότητας σε άτομο ή οργανισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενδυνάμωση ενίσχυση αύξηση βελτίωση ανάκαμψη ανάπτυξη ανόρθωση ισχυροποίηση αποκατάσταση ένταση ίαση αναζωογόνηση συγκράτηση συσφικτικότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξασθένιση των μυών μετά από σοβαρή ασθένεια απαιτεί μακροχρόνια αποκατάσταση.
- Παρατηρήθηκε εξασθένιση του ραδιοφωνικού σήματος εξαιτίας της κακοκαιρίας.
- Η εξασθένιση της κυβέρνησης φάνηκε στη μείωση της εκλογικής της επιρροής.
- Η εξασθένιση της οικονομίας οδήγησε σε αύξηση της ανεργίας και μείωση των επενδύσεων.
- Η εξασθένιση του ανοσοποιητικού μετά από μακροχρόνια θεραπεία αυξάνει τον κίνδυνο λοιμώξεων.