πρωτοκαθεδρία
ουσιαστικό1. Η κατάσταση ή θέση κατά την οποία ένα πρόσωπο, φορέας ή ιδέα κατέχει την πρώτη θέση σε κύρος, εξουσία ή επιρροή.
2. Η προτεραιότητα ή προνομιακή θέση που αποδίδεται σε κάποιον ή κάτι σε σχέση με άλλους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δευτερότητα υποτελεια περιθωριοποίηση παραγκωνισμός υποταγή ήττα υποχώρηση ταπείνωση ισότητα μειονεκτικότητα αποτυχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η πρωτοκαθεδρία της εταιρείας στον κλάδο της τεχνολογίας είναι αδιαμφισβήτητη.
- Στη διεθνή σκηνή, η πρωτοκαθεδρία των μεγάλων δυνάμεων συχνά καθορίζει τις εξελίξεις.
- Η διοίκηση επιθυμεί να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία στην καινοτομία και την έρευνα.
- Στον πολιτισμό μας, η πρωτοκαθεδρία της παράδοσης συγκρούεται με τις σύγχρονες επιρροές.
- Στον αθλητισμό, η πρωτοκαθεδρία ενός συλλόγου κερδίζεται με σκληρή δουλειά και συνεχή βελτίωση.