συρρίκνωση
ουσιαστικό1. Μείωση του μεγέθους, του όγκου ή της έκτασης ενός αντικειμένου ή φαινομένου σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση.
2. Μείωση σε ποσότητα, ένταση, εμβέλεια ή σημασία μιας κατάστασης, λειτουργίας ή οικονομικού μεγέθους.
Συνώνυμα
σμίκρυνση μίκρυνση συστολή συστέλληση ύφεση μείωση ελάττωση στένωση περικοπή ψαλίδισμα κόψιμο απομείωση εξασθένηση μαρασμός κούρεμα συμπίεση συμπύκνωση ατροφία υποχώρηση αφαίρεση αποδυνάμωση στενότητα αποεπένδυση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συρρίκνωση της οικονομίας επηρέασε τις θέσεις εργασίας.
- Η συρρίκνωση του πουλόβερ στο πλύσιμο ήταν εμφανής.
- Η συρρίκνωση του πληθυσμού στις αγροτικές περιοχές συνεχίζεται.
- Μετά τη χημειοθεραπεία παρατηρήθηκε συρρίκνωση του όγκου.
- Η συρρίκνωση των ελευθεριών ανησυχεί τους πολίτες.