ανωτερότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση κατά την οποία ένα πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή πράγμα βρίσκεται σε υψηλότερη θέση ως προς την ικανότητα, τη δύναμη, την αξία, την επιρροή ή την ποιότητα σε σχέση με άλλα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανωτερότητα της ομάδας ήταν καθοριστική στον αγώνα.
  • Η τεχνολογική ανωτερότητα της εταιρείας εξασφάλισε προβάδισμα στην αγορά.
  • Η αεροπορική ανωτερότητα του στρατού επέτρεψε την επιτυχή επιχείρηση.
  • Η πεποίθηση της ανωτερότητας ενός λαού συχνά οδηγεί σε συγκρούσεις.
  • Η ανωτερότητα ενός φαρμάκου έναντι ενός άλλου αποδείχθηκε στις κλινικές δοκιμές.