υποβοηθώ

ρήμα

Βοηθώ κάποιον ή κάτι στην εκτέλεση μιας ενέργειας, στην αντιμετώπιση μιας δυσκολίας ή στην επίτευξη ενός σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νέο λογισμικό υποβοηθώ τη δουλειά των γιατρών στο νοσοκομείο.
  • Η σωστή εκπαίδευση υποβοηθώ τους μαθητές να μαθαίνουν πιο γρήγορα.
  • Η συνεργασία της ομάδας υποβοηθώ την ολοκλήρωση του έργου εγκαίρως.
  • Ο βοηθητικός εξοπλισμός υποβοηθώ την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία.
  • Η ξεκούραση υποβοηθώ την ανάρρωση του ασθενούς.