μπλοκάρω
ρήμα1. Κάνω κάτι ώστε να μην μπορεί να περάσει ή να διασχίσει ένα αντικείμενο, πρόσωπο ή όχημα μέσα από μια δίοδο, φράσσοντας ή κλείνοντας το πέρασμα.
Συνώνυμα
αποκλείω εμποδίζω φράζω ακινητοποιώ αποκρούω μπλοκάρομαι σκαλώνω φρακάρω κλείνω διακόπτω παγώνω απομονώνω αποκόπτω ανακόπτω παρεμποδίζω παρακωλύω κωλύω αδρανοποιώ αναστέλλω σφραγίζω απαγορεύω αποκόβω φράσσω κλειδώνω καθυστερώ αποτρέπω δεσμεύω φρενάρω ακινητοποιούμαι αχρηστεύω δυσκολεύω δυσχεραίνω καταψηφίζω κολλώ κολλάω μπουκώνω σφηνώνω επιβραδύνω παραλύω εξουδετερώνω αναχαιτίζω αποθαρρύνω φιμώνω πανικοβάλλομαι αποδιοργανώνω βραδύνω καταστέλλω κωλυσιεργώ περιορίζω συσκοτίζω σαμποτάρω σαστίζω
Αντώνυμα
ξεμπλοκάρω ξεκλειδώνω ανοίγω επιτρέπω απελευθερώνω ελευθερώνω ξεπαγώνω ξεκολλάω περιστρέφω συμβάλλω αποσυμφορώ ξεμπλοκάρομαι αποδεσμεύω αποφράζω διευκολύνω επαναφέρω ενεργοποιώ λύω χωράω διαβιβάζω κυλάω μεταδίδω μετακινώ ξεμπερδεύω παραπέμπω συντελώ υποβάλλω δουλεύω λύνω απεγκλωβίζομαι τρυπώνω διαπερνώ διανέμω επιταχύνω παρακινώ προμηθεύω συγκατατίθεμαι συνεισφέρω αντεπεξέρχομαι αποσαφηνίζω διακανονίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Τον μπλοκάρω στο Facebook όταν με ενοχλεί.
- Κατά τη μετακόμιση μπλοκάρω την είσοδο με κούτες για να μην περάσει κανείς.
- Στην παρουσίαση μπλοκάρω και ξεχνάω τι ήθελα να πω.
- Αν υποπτευθώ απάτη, μπλοκάρω την κάρτα μου και ειδοποιώ την τράπεζα.
- Στο μπάσκετ μπλοκάρω τον αντίπαλο όταν κινείται προς το καλάθι.