μπλοκάρω

ρήμα

1. Κάνω κάτι ώστε να μην μπορεί να περάσει ή να διασχίσει ένα αντικείμενο, πρόσωπο ή όχημα μέσα από μια δίοδο, φράσσοντας ή κλείνοντας το πέρασμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τον μπλοκάρω στο Facebook όταν με ενοχλεί.
  • Κατά τη μετακόμιση μπλοκάρω την είσοδο με κούτες για να μην περάσει κανείς.
  • Στην παρουσίαση μπλοκάρω και ξεχνάω τι ήθελα να πω.
  • Αν υποπτευθώ απάτη, μπλοκάρω την κάρτα μου και ειδοποιώ την τράπεζα.
  • Στο μπάσκετ μπλοκάρω τον αντίπαλο όταν κινείται προς το καλάθι.