φράζω
ρήμα1. Εκφράζω με λόγια ή με γραφή αυτό που σκέφτομαι, αισθάνομαι ή γνωρίζω.
2. Διατυπώνω κάτι με σαφήνεια ώστε να γίνεται κατανοητό.
3. Αναφέρω ή δηλώνω κάτι επίσημα ή δημόσια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να φράζω την πόρτα του κήπου κάθε βράδυ.
- Ο εργάτης φράζει το αυλάκι για να μη φύγει το νερό.
- Το χιόνι έφραξε τον δρόμο και δεν περνούσε κανένα αυτοκίνητο.
- Η βλάβη φράζει τον σωλήνα και το νερό δεν τρέχει.
- Θα φράξουμε το άνοιγμα με ξύλα και πέτρες.