ωφελώ
ρήμα1. Παρέχω όφελος ή κέρδος σε κάποιον ή σε κάτι, βελτιώνοντας την κατάστασή του ή την ευημερία του.
2. Έχω ωφέλιμη επίδραση ή αποτέλεσμα για πρόσωπα, ομάδες, αντικείμενα ή διαδικασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με καθημερινή άσκηση ωφελώ την υγεία μου.
- Με τις δωρεές μου ωφελώ τις τοπικές οικογένειες που βρίσκονται σε ανάγκη.
- Διδάσκοντας υπομονετικά ωφελώ τους μαθητές να κατανοήσουν καλύτερα την ύλη.
- Σου ωφελώ περισσότερο αν ακολουθήσεις τις οδηγίες μας.
- Χρησιμοποιώντας νέες μεθόδους ωφελώ τη διαδικασία παραγωγής.
- Αν δουλέψω πιο αποδοτικά, ωφελώ και την ομάδα αλλά και τον εαυτό μου.