παροτρύνω

ρήμα

1. Κάνω κάποιον να επιχειρήσει ή να αποδεχτεί μια ενέργεια, παρέχοντάς του κίνητρο, υποστήριξη ή ενθάρρυνση.

2. Κάνω συστηματικές ή επίμονες ενέργειες προς κάποιον ώστε να πεισθεί ή να αποφασίσει να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σας παροτρύνω να ψηφίσετε στις επερχόμενες εκλογές.
  • Τους παροτρύνω να συμμετέχουν ενεργά στις ομάδες εργασίας.
  • Τον παροτρύνω να μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημα.
  • Δεν παροτρύνω κανέναν σε βία.
  • Τους παροτρύνω να υιοθετήσουν πιο φιλικές προς το περιβάλλον πρακτικές.
  • Στη συνάντηση, παροτρύνω τους συμμετέχοντες να κάνουν ερωτήσεις.