ευνοώ
ρήμα1. Δίδω ή εξασφαλίζω πλεονέκτημα ή ειδική προτίμηση σε πρόσωπο, ομάδα, ιδέα ή πράξη, ώστε να έχουν καλύτερη θέση ή αποτέλεσμα.
2. Συμβάλλω στη δημιουργία συνθηκών που βοηθούν κάτι να αναπτυχθεί, να πραγματοποιηθεί ή να έχει ευνοϊκή έκβαση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ευνοώ τον Κώστα για την προαγωγή.
- Ως διαιτητής, δεν ευνοώ κανέναν.
- Στη δουλειά, συνήθως ευνοώ τις πρακτικές λύσεις αντί των ιδεαλιστικών.
- Στην πολιτική, ευνοώ μέτρα που ενισχύουν την κοινωνική δικαιοσύνη.
- Ως καθηγήτρια, ευνοώ τους φοιτητές που δείχνουν συνέπεια.