παρακινώ

ρήμα

1. Προκαλώ σε κάποιον την ανάγκη, τη διάθεση ή το κίνητρο να δράσει ή να αντιδράσει προς συγκεκριμένη κατεύθυνση.

2. Επιδρώ ώστε να αλλάξει ή να ενταθεί η στάση, το ενδιαφέρον ή η προσπάθεια κάποιου απέναντι σε ένα θέμα ή εργασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Συνήθως παρακινώ τους μαθητές μου με θετικά σχόλια.
  • Τον παρακινώ να μιλήσει δημόσια για την εμπειρία του.
  • Σε δύσκολες μέρες παρακινώ τον εαυτό μου να μην το βάζω κάτω.
  • Δεν παρακινώ κανέναν σε επικίνδυνες πράξεις.
  • Με τη δουλειά μου παρακινώ ανθρώπους να ασχοληθούν με την τέχνη.