αποθαρρύνω

ρήμα

1. Προκαλώ σε κάποιον απώλεια θάρρους, αυτοπεποίθησης ή αποφασιστικότητας, ώστε να μην επιθυμεί ή να μην τολμά να προχωρήσει σε ενέργεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν θέλω να σε αποθαρρύνω, αλλά το έργο είναι πολύ δύσκολο.
  • Σαν καθηγητής, προσπαθώ να μην αποθαρρύνω τους μαθητές όταν κάνουν λάθη.
  • Με αυστηρούς ελέγχους αποθαρρύνω την παράνομη εργασία.
  • Δεν αφήνω τις αρνητικές κριτικές να με αποθαρρύνω.
  • Προσπαθώ να αποθαρρύνω τα παιδιά από το να τρώνε γλυκά πριν το δείπνο.