αποθαρρύνω
ρήμα1. Προκαλώ σε κάποιον απώλεια θάρρους, αυτοπεποίθησης ή αποφασιστικότητας, ώστε να μην επιθυμεί ή να μην τολμά να προχωρήσει σε ενέργεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενθαρρύνω παροτρύνω προτρέπω πείθω παρακινώ συνιστώ ψήνω εμπνέω εμψυχώνω εξωθώ ξεσηκώνω συμβουλεύω υποκινώ ενισχύω υποστηρίζω ενθουσιάζω καθησυχάζω προωθώ ελκύω παρηγορώ προσελκύω ωθώ συστήνω ενδιαφέρω έλκω ανακινώ γοητεύω διεγείρω εκπαιδεύω ενδυναμώνω ευνοώ κεντρίζω προάγω βοηθώ διευκολύνω επιβραβεύω εισάγω συγκινώ συντελώ αρέσω διδάσκω αφοπλίζω προσκαλώ εντυπωσιάζω σαγηνεύω
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να σε αποθαρρύνω, αλλά το έργο είναι πολύ δύσκολο.
- Σαν καθηγητής, προσπαθώ να μην αποθαρρύνω τους μαθητές όταν κάνουν λάθη.
- Με αυστηρούς ελέγχους αποθαρρύνω την παράνομη εργασία.
- Δεν αφήνω τις αρνητικές κριτικές να με αποθαρρύνω.
- Προσπαθώ να αποθαρρύνω τα παιδιά από το να τρώνε γλυκά πριν το δείπνο.