σκληρός
επίθετο1. Που έχει μεγάλη αντίσταση στη θραύση, στη γρατζουνιά ή στη διείσδυση.
2. Που έχει σφιχτή ή συμπαγή σύσταση και μασιέται ή κόβεται δύσκολα.
Συνώνυμα
ζόρικος αυστηρός άτεγκτος αδιάλλακτος αμείλικτος ανάλγητος βίαιος δύσκολος εξοντωτικός τραχύς ωμός σκληροτράχηλος στέρεος συμπαγής αδυσώπητος οξύς ατσάλινος σκληρόψυχος κακός οξύ εντατικός άκαμπτος ανθεκτικός βάρβαρος δυνατός κριτικός στερεός σφοδρός άκαρδος άσπλαχνος ακραίος ανελαστικός αυταρχικός καυστικός ξινός σκληρόκαρδος άγριος σκληροπυρηνικός ακατάβλητος βαρύς μάγκας γερός ποινικός έντονος ισχυρός αναίσθητος άψυχος αντιπαθητικός απάνθρωπος απειλητικός επιθετικός οδυνηρός σιδερένιος στιβαρός ψυχρός αγενής αγριεμένος αδίστακτος ανελέητος ανυποχώρητος ασυμβίβαστος αχρείος βάναυσος βαρβαρικός δραστικός δυσβάσταχτος δύστροπος εκφοβιστικός επίπονος επώδυνος εριστικός κουραστικός κοφτερός μαχητικός μπαγιάτικος νταής κακόβουλος μοχθηρός σπαρακτικός τεταμένος φριχτός
Αντώνυμα
μαλακός ήπιος επιεικής ευσπλαχνικός εύκολος απαλός μαλθακός συμπονετικός γλυκό ελεήμων συγχωρητικός τρυφερός ευγενικός ευαίσθητος γλυκός ευλύγιστος ευχάριστος πλαστικός ευγενής ελαφρύς ανοιχτόκαρδος ελαστικός ευμενής εύθραυστος υποχωρητικός χαλαρός αγαθός ανεκτικός δεκτικός διαλλακτικός καλοσυνάτος καλόκαρδος πρόσχαρος σπλαχνικός στοργικός τρωτός ανθρωπιστικός εύκαμπτος ήρεμος ζεστός ανθρώπινος λεπτός καλός μετριοπαθής ήμερος γυάλινος ευπαθής μπέμπης ομαλός προσαρμόσιμος συμβιβαστικός εγκάρδιος καλοπροαίρετος προσηνής συγκινημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Το τραπέζι είναι σκληρό και δεν γρατζουνίζεται εύκολα.
- Η προπονήτρια ήταν σκληρή, αλλά οι αθλητές την σεβάστηκαν.
- Πέρασε μια σκληρή περίοδο μετά το ατύχημα.
- Έχασε όλα τα αρχεία όταν ο σκληρός δίσκος καταστράφηκε.
- Εργάζεται σκληρά κάθε μέρα για να βελτιωθεί.