βάρβαρος

επίθετο

1. Που εκδηλώνει ωμή, βίαιη ή σκληρή συμπεριφορά, χωρίς σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τους κανόνες πολιτισμένης συναναστροφής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι βάρβαροι λεηλάτησαν την πόλη τον 5ο αιώνα.
  • Η τιμωρία ήταν βάρβαρη και απάνθρωπη.
  • Τον αποκάλεσε βάρβαρο επειδή δεν τήρησε τα διπλωματικά προσχήματα.
  • Οι ντόπιοι θεωρούσαν τους ξένους βάρβαρους εξαιτίας των διαφορετικών εθίμων τους.
  • Το έθιμο φαινόταν βάρβαρο στα μάτια των τουριστών.