βάρβαρος
επίθετο1. Που εκδηλώνει ωμή, βίαιη ή σκληρή συμπεριφορά, χωρίς σεβασμό προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τους κανόνες πολιτισμένης συναναστροφής.
Συνώνυμα
βαρβαρικός βάναυσος κτήνος θηρίο αγριάνθρωπος άγριος αγριωπός βίαιος απάνθρωπος άξεστος χυδαίος σκληρός μοχθηρός άσπλαχνος κακός ξένος πρωτόγονος αμόρφωτος αγενής ακαλλιέργητος τραχύς αγροίκος φρικιαστικός αδυσώπητος αγρίμι βασανιστής χοντροκομμένος
Αντώνυμα
πολιτισμένος εκπολιτισμένος ανθρώπινος ευγενικός ευπρεπής κόσμιος μορφωμένος εκλεπτυσμένος φιλάνθρωπος συμπονετικός ανθρωπιστικός επιεικής ευαίσθητος καλοπροαίρετος βελτιωμένος ευσπλαχνικός
Παραδείγματα χρήσης
- Οι βάρβαροι λεηλάτησαν την πόλη τον 5ο αιώνα.
- Η τιμωρία ήταν βάρβαρη και απάνθρωπη.
- Τον αποκάλεσε βάρβαρο επειδή δεν τήρησε τα διπλωματικά προσχήματα.
- Οι ντόπιοι θεωρούσαν τους ξένους βάρβαρους εξαιτίας των διαφορετικών εθίμων τους.
- Το έθιμο φαινόταν βάρβαρο στα μάτια των τουριστών.