δύσκολος
επίθετο1. Που παρουσιάζει μεγάλο βαθμό δυσκολίας και απαιτεί σημαντική προσπάθεια, δεξιότητα ή χρόνο για να εκτελεστεί, να κατανοηθεί ή να επιτευχθεί.
Συνώνυμα
δυσχερής ζόρικος απαιτητικός σύνθετος περίπλοκος πολύπλοκος επίπονος δυσνόητος δυσεπίλυτος σκληρός μπελαλίδικος προβληματικός κοπιαστικός δύστροπος δύσβατος δυσβάσταχτος ανυπέρβλητος άβολος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής είναι δύσκολος με τους μαθητές του.
- Η άσκηση στο τεστ ήταν δύσκολη και χρειάστηκε περισσότερο χρόνο.
- Το πρόβλημα στο μάθημα ήταν δύσκολο για πολλούς μαθητές.
- Η περίοδος μετά το ατύχημα ήταν δύσκολη για όλη την οικογένεια.
- Οι εργασίες στο έργο ήταν δύσκολες, αλλά τις ολοκληρώσαμε.