ξινός
επίθετο1. Που έχει γεύση όξινη και προκαλεί αίσθηση οξύτητας στη γεύση.
2. Που παρουσιάζει όξινη ή δυσάρεστη οσμή ή γεύση λόγω αλλοίωσης ή χημικής σύστασης.
3. Που εμφανίζει αποστασιοποιημένη, κακοδιάθετη ή απότομη συμπεριφορά ή διάθεση.
Συνώνυμα
όξινος ξυνός δύστροπος στριφνός οξύ οξύς ξιδάτος ξυδάτος στυφός άγουρος ψυχρός απρόσιτος σκληρός κατσούφης πικραμένος πικρός δυσάρεστος αντιπαθητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λεμόνι είναι ξινό.
- Το γάλα έχει γίνει ξινό.
- Μην γίνεις ξινός, πες την αλήθεια.
- Η μυρωδιά του τυριού ήταν ξινή.
- Τα φρούτα ήταν ξινά για να τα φάμε ωμά.