απειλητικός
επίθετο1. Που δηλώνει ή υπονοεί κίνδυνο, προκαλεί φόβο ή ανησυχία για πιθανή βλάβη ή αρνητική συνέπεια.
2. Που εμφανίζεται ως επικίνδυνος, επιθετικός ή τρομακτικός στη συμπεριφορά, στην όψη ή στον τόνο.
Συνώνυμα
εκφοβιστικός επιθετικός τρομακτικός φοβερός βλοσυρός επιβουλευτικός υστερόβουλος επικίνδυνος ανησυχητικός ετοιμοπόλεμος ζοφερός δυσοίωνος σκοτεινός άγριος βίαιος σκληρός τρομαχτικός εριστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άνδρας μιλούσε με απειλητικό τόνο.
- Το σκυλί πήρε απειλητική στάση και γρύλισε.
- Ο ουρανός φαινόταν απειλητικός πριν την καταιγίδα.
- Έλαβα ένα απειλητικό μήνυμα στο κινητό.
- Η σιωπή στην αίθουσα ήταν απειλητική πριν τον καυγά.
- Τα απειλητικά σημάδια στους τοίχους προκάλεσαν ανησυχία.