ανυποχώρητος

επίθετο

1. Που δεν υποχωρεί σε πίεση, εκκλήσεις ή διαπραγματεύσεις και δεν αλλάζει τη στάση ή τις απόψεις του.

2. Που επιδεικνύει σταθερή, αταλάντευτη αποφασιστικότητα και συνέπεια στην αντίσταση ή στην προσπάθεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υπουργός παρέμεινε ανυποχώρητος στις απαιτήσεις του.
  • Η εκπαιδευτικός ήταν ανυποχώρητη απέναντι στην παραβίαση των κανόνων.
  • Το πρόβλημα παρέμεινε ανυποχώρητο παρά τις προσπάθειες όλων.
  • Οι διαδηλωτές έμειναν ανυποχώρητοι μέχρι να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους.
  • Ο χειμώνας αποδείχτηκε ανυποχώρητος, καθυστερώντας την έναρξη των εργασιών.