συμβιβαστικός
επίθετο1. Που τείνει να επιδιώκει ή να αποδέχεται συμβιβασμούς προκειμένου να επιλυθούν διαφορές ή να επιτευχθεί συνεννόηση.
2. Που διευκολύνει την προσαρμογή ή την εναρμόνιση ανάμεσα σε αντικρουόμενες απόψεις, προτιμήσεις ή απαιτήσεις.
Συνώνυμα
διαλλακτικός υποχωρητικός συγκαταβατικός συναινετικός συμφιλιωτικός συνεργάσιμος παθητικός ευέλικτος προσαρμοστικός ευπροσάρμοστος υποτακτικός επιεικής μετριοπαθής ήμερος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής ήταν συμβιβαστικός και δέχτηκε αλλαγές στο πρόγραμμα.
- Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε συμβιβαστικός κατά τις διαπραγματεύσεις.
- Ο προτεινόμενος συμβιβασμός ήταν συμβιβαστικός και ικανοποίησε και τις δύο πλευρές.
- Ο συνάδελφος ήταν συμβιβαστικός, προτιμώντας τον διάλογο από τη ρήξη.
- Ο νέος κανονισμός δεν είναι συμβιβαστικός απέναντι σε μικροπαραβάσεις.