υποχωρητικός

επίθετο

1. Που τείνει να υποχωρεί ή να παραχωρεί απόψεις, θέσεις ή διεκδικήσεις ώστε να αποφεύγει τη σύγκρουση ή να διευκολύνει τη συμφωνία.

2. Που εμφανίζει τάση να υποχωρεί υπό πίεση ή εξωτερική φόρτιση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υποχωρητικός προϊστάμενος απέφευγε τις συγκρούσεις και συμφωνούσε εύκολα για να ηρεμήσει το κλίμα.
  • Η κυβέρνηση υιοθέτησε μια υποχωρητική στάση απέναντι στις απαιτήσεις των εταίρων.
  • Το υλικό ήταν υποχωρητικό και παραμορφωνόταν όταν ασκήθηκε μεγάλη πίεση.
  • Τα συμπτώματα της ασθένειας ήταν υποχωρητικά μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.
  • Στη διαπραγμάτευση, η εταιρεία κράτησε υποχωρητική γραμμή ώστε να εξασφαλίσει μια γρήγορη συμφωνία.