καλός
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από ηθικές αρετές, ευγένεια, συμπόνια ή θετική διάθεση προς τους άλλους.
2. Που παρουσιάζει ικανοποιητική ή υψηλή ποιότητα, λειτουργεί σωστά και είναι ωφέλιμο στη χρήση.
Συνώνυμα
αγαθός ευγενής ευγενικός καλόκαρδος καλοσυνάτος καλοπροαίρετος σωστός ωραίος όμορφος άριστος εξαιρετικός τέλειος προσηνής ικανοποιητικός ευπρεπής φιλικός γενναιόδωρος έντιμος ηθικός αξιόλογος ικανός αποτελεσματικός χρήσιμος κατάλληλος σπουδαίος εντάξει σούπερ κουλ αξιόπιστος συνεπής προσιτός αξιοπρεπής ενάρετος επαρκής συμπαθητικός γλυκός θετικός κούκλος
Αντώνυμα
κακός σκάρτος κακοπροαίρετος μοχθηρός άσχημος απαίσιος βδελυρός σκατένιος χάλια ανήθικος άχρηστος ανεπαρκής ατελής κακόβουλος επικίνδυνος απαράδεκτος μέτριος δυσάρεστος σκληρός ψυχρός βλαβερός καταστροφικός ανέντιμος κακοήθης κακότροπος επιβλαβής απορριπτέος αποτυχημένος ελλιπής δυσμενής ελεεινός κακοποιός φρικιαστικός χειρότερος άσπλαχνος βλαπτικός φριχτός
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι καλός άνθρωπος.
- Αυτό είναι ένα καλό βιβλίο.
- Η Μαρία είναι καλή στο τραγούδι.
- Σήμερα κάνει καλό καιρό.
- Το γιαούρτι είναι καλό για την πέψη.
- Οι καλοί μαθητές πήραν καλούς βαθμούς.