επιεικής

επίθετο

1. Που μειώνει την αυστηρότητα στην κρίση, αξιολογώντας με περισσότερη κατανόηση και επιτρέποντας μικρότερη τιμωρία για σφάλματα ή παραβάσεις.

2. Που χαρακτηρίζεται από μέτρια ή απαλή ένταση, έκταση ή βαρύτητα, χωρίς ακραίες ή σκληρές μορφές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δάσκαλος ήταν επιεικής με τον μαθητή που έκανε λάθος.
  • Η διευθύντρια υπήρξε επιεικής στην αξιολόγηση των αιτήσεων.
  • Η απόφαση του δικαστή χαρακτηρίστηκε επιεικής από τα μέσα ενημέρωσης.
  • Θα μπορούσες να είσαι πιο επιεικής με τον εαυτό σου.
  • Η κριτική προς την ομάδα ήταν μάλλον επιεικής, δεδομένων των συνθηκών.