σιδερένιος
επίθετο1. Που είναι φτιαγμένος από σίδερο ή αποτελείται κυρίως από σίδερο.
2. Που έχει μεγάλη αντοχή και στιβαρότητα, δύσκολα φθείρεται ή καταστρέφεται.
3. Που φανερώνει ακαμψία, αυστηρότητα ή ανυποχώρητο χαρακτήρα (μεταφορικά).
Συνώνυμα
σιδηρός ατσάλινος ατσαλένιος χαλύβδινος άκαμπτος ανθεκτικός στιβαρός γερός μεταλλικός σκληρός σθεναρός σκληροτράχηλος βαρύς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο σιδερένιος γάντζος κρέμεται από την οροφή.
- Η σιδερένια πόρτα έκλεισε με θόρυβο.
- Το σιδερένιο κιβώτιο φυλάει τα εργαλεία.
- Παρόλες τις αρρώστιες, είχε σιδερένια υγεία.
- Στην εταιρεία εφαρμόζουν σιδερένιους κανόνες ασφαλείας.