ήρεμος

επίθετο

1. Που δεν εκδηλώνει ανησυχία, ένταση ή ταραχή στην ψυχική κατάσταση, διατηρώντας σταθερότητα και ελεγχόμενες αντιδράσεις.

2. Που χαρακτηρίζει περιβάλλον ή κατάσταση με περιορισμένη παρουσία δυνατών ήχων, κινήσεων ή ερεθισμάτων, χωρίς αναταραχές.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ταραγμένος αναστατωμένος ανήσυχος νευρικός αγχωμένος εκνευρισμένος φουρτουνιασμένος ταραχώδης αγριεμένος θυμωμένος εκρηκτικός σπασμένος ανατριχιαστικός αγανακτισμένος αγωνιώδης αποσβολωμένος δραματικός εκστατικός ορμητικός σαστισμένος συντετριμμένος φλογερός έξαλλος αγχώδης ανεβασμένος διαταραγμένος εκνευριστικός εμβρόντητος ενοχλημένος θορυβημένος μανιακός μαχητικός πανικόβλητος προβληματισμένος σκασμένος σπαστικός στρεσαρισμένος συγκλονισμένος σφιγμένος τρομαγμένος υστερικός τσαντισμένος θορυβώδης οργισμένος τσατισμένος τρελός φοβερός τρομερός τρομακτικός άγριος ενοχλητικός έντονος έκπληκτος δυναμικός απελπισμένος βίαιος εντατικός παρανοϊκός αμήχανος ανασφαλής εφιαλτικός ζαλισμένος σφοδρός τρομαχτικός φρικιαστικός παγωμένος άναυδος αλλοπρόσαλλος ανισόρροπος ασυγκράτητος ατίθασος γκρινιάρης γλεντζές δύστροπος εκφοβιστικός ετοιμοπόλεμος θιγμένος ιδιότροπος κατάπληκτος καταιγιστικός πειραγμένος πελαγωμένος συγχυσμένος συνταρακτικός πυρετώδης τεταμένος σκληρός ενθουσιασμένος μπερδεμένος απορημένος δυσαρεστημένος παιχνιδιάρης

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο πατέρας παρέμεινε ήρεμος παρά τη φασαρία.
  • Η μητέρα παρέμεινε ήρεμη όταν άκουσε τα νέα.
  • Το δωμάτιο ήταν ήρεμο μετά την καταιγίδα.
  • Οι μαθητές ήταν ήρεμοι κατά τη διάρκεια του μαθήματος.
  • Μείνε ήρεμος, όλα θα πάνε καλά.
  • Η θάλασσα σήμερα είναι ήρεμη.