εύθραυστος
επίθετο1. Που σπάει, θρυμματίζεται ή καταστρέφεται εύκολα λόγω περιορισμένης μηχανικής αντοχής.
2. Που είναι λεπτό, ευαίσθητο ή χρειάζεται προσεκτική μεταχείριση για να αποφευχθεί η ζημιά.
Συνώνυμα
ψαθυρός θραυστός ευαίσθητος ευάλωτος τρωτός λεπτεπίλεπτος ευπαθής ασθενικός ασταθής λεπτός ασθενέστερος ασθενής αδύναμος γυάλινος επισφαλής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βάζο είναι εύθραυστο και πρέπει να το χειριστείς με προσοχή.
- Μετά την εγχείρηση, η ασθενής ήταν πολύ εύθραυστη και χρειάστηκε φροντίδα.
- Οι σχέσεις στην ομάδα έγιναν εύθραυστες μετά την έντονη σύγκρουση.
- Φαίνεται εύθραυστος συναισθηματικά από τότε που έχασε τη δουλειά του.
- Το πολιτικό σύστημα παραμένει εύθραυστο και μια αλλαγή μπορεί να προκαλέσει αναταραχή.
- Το γυαλί γίνεται εύθραυστο όταν εκτίθεται σε απότομη ψύξη.