μπαγιάτικος

επίθετο

1. Που έχει χάσει τη φρεσκάδα, την υγρασία ή τη μαλακή υφή, ιδίως για ψωμί και αρτοσκευάσματα, γίνοντας σκληρό, άγευστο ή δυσάρεστο στην κατανάλωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το ψωμί είναι πια μπαγιάτικο και δεν τρώγεται εύκολα.
  • Μην πετάξεις τα κουλούρια· έγιναν λίγο μπαγιάτικα, αλλά κάνουν για παξιμάδι.
  • Η σαλάτα είχε μείνει ώρες στο τραπέζι και τα λαχανικά είχαν γίνει μπαγιάτικα.
  • Έκανε ένα μπαγιάτικο αστείο που όλοι το είχαν ξανακούσει.
  • Η εκπομπή του φαίνεται πια μπαγιάτικη και δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον.