ανελέητος
επίθετο1. Που δεν δείχνει έλεος ή οίκτο προς κάποιον ή κάτι, ενεργώντας χωρίς επιείκεια ή συμπόνια.
2. Που προκαλεί ή επιβάλλει μεγάλη πίεση, πόνο ή δοκιμασία, χωρίς ανακούφιση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής υπήρξε ανελέητος απέναντι στους παραβάτες.
- Η καταιγίδα ήταν ανελέητη και κατέστρεψε πολλά χωράφια.
- Ο ανταγωνισμός ήταν ανελέητος και δεν άφηνε περιθώρια λάθους.
- Ο πόνος ήταν ανελέητος και τον κράταγε ξύπνιο.
- Οι δοκιμασίες που πέρασε ήταν ανελέητες, αλλά τον έκαναν πιο δυνατό.