εκφοβιστικός
επίθετο1. Που προκαλεί φόβο, ανησυχία ή δισταγμό σε κάποιον μέσω εμφάνισης, συμπεριφοράς ή λόγου.
2. Που έχει σκοπό να επιβάλει υπακοή ή συμμόρφωση μέσω απειλής, πίεσης ή επιθετικής συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
απειλητικός εκβιαστικός τρομακτικός επιβλητικός επιθετικός πιεστικός καταπιεστικός αυταρχικός νταής τσαμπουκαλεμένος μπράβικος ανατριχιαστικός βίαιος σκληρός βάναυσος άγριος τραχύς υβριστικός τρομαχτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εκφοβιστικός τόνος του καθηγητή σιώπησε την τάξη.
- Η εκφοβιστική συμπεριφορά των συμμαθητών τον έκανε να απομονωθεί.
- Η ατμόσφαιρα στη συνέντευξη ήταν εκφοβιστική και η υποψήφια ένιωθε πίεση.
- Οι δημόσιες δηλώσεις είχαν έναν εκφοβιστικό χαρακτήρα για να αποθαρρύνουν την κριτική.
- Οι εκφοβιστικές απειλές στο διαδίκτυο πρέπει να αναφέρονται στις αρχές.