βαρβαρικός
επίθετο1. Που αναφέρεται στους βαρβάρους ή προέρχεται από αυτούς σε ιστορικό ή εθνογραφικό πλαίσιο.
2. Που χαρακτηρίζεται από υπερβολική αγριότητα, ωμότητα ή σκληρότητα σε πράξεις, συμπεριφορές ή εκφράσεις.
Συνώνυμα
βάρβαρος βαρβαρώδης απάνθρωπος βίαιος άγριος πρωτόγονος πρωτογονικός απολίτιστος ωμός σκληρός σκληρόκαρδος σαδιστικός χυδαίος αδίστακτος τερατώδης χοντροκομμένος αποτρόπαιος ανήθικος άξεστος
Αντώνυμα
πολιτισμένος εκπολιτισμένος ανθρώπινος καλλιεργημένος μορφωμένος ευγενής ανθρωπιστικός ήπιος ειρηνικός ελληνικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η βαρβαρική επίθεση συγκλόνισε την πόλη.
- Οι βαρβαρικοί νόμοι που επέβαλαν οι κατακτητές ήταν αδίστακτοι.
- Η αρχαιολογική ανασκαφή αποκάλυψε στοιχεία της βαρβαρικής κουλτούρας στην περιοχή.
- Οι τιμές στα εισιτήρια ήταν βαρβαρικές.
- Μίλησαν για τους βαρβαρικούς λαούς που έφτασαν στα σύνορα.