ευσπλαχνικός
επίθετο1. Που δείχνει διάθεση να βοηθήσει και να ανακουφίσει όσους υποφέρουν ή βρίσκονται σε δυσκολία, με τρυφερότητα και ευαισθησία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
άσπλαχνος ανάλγητος ανελέητος άκαρδος σκληρόκαρδος αδυσώπητος σκληρός στυγνός ψυχρός απάνθρωπος βαναύσος άψυχος κακός αναίσθητος μικρόψυχος βάρβαρος ωμός άδικος
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευσπλαχνική γυναίκα πρόσφερε βοήθεια στους πρόσφυγες.
- Ο γιατρός ήταν ευσπλαχνικός και αντιμετώπισε τον ασθενή με προσοχή.
- Ζητήσαμε από τον Θεό να μας δείξει έλεος, πιστεύοντας ότι είναι ευσπλαχνικός.
- Στα δύσκολα, η ευσπλαχνική συμπεριφορά ενός επόπτη μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός κρατούμενου.
- Οι ευσπλαχνικοί δάσκαλοι κατανοούν τις ανάγκες των μαθητών και προσπαθούν να τους βοηθήσουν.