άγριος
επίθετο1. Που ζει ή αναπτύσσεται στη φύση χωρίς εξημέρωση ή ανθρώπινο έλεγχο.
2. Που εμφανίζει βίαιη ή ανεξέλεγκτη συμπεριφορά και μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο.
Συνώνυμα
αδάμαστος θηριώδης θεριώδης βίαιος βάρβαρος σκληρός ατίθασος ανυπότακτος ακαλλιέργητος αχαλίνωτος πρωτόγονος βαρβαρικός απολίτιστος θηρίος τραχύς βάναυσος αγριεμένος σφοδρός θυελλώδης αδρός ωμός απάνθρωπος αδυσώπητος ασυγκράτητος τερατώδης φοβερός τρελός απειλητικός ανυπόκριτος τρομερός εντατικός ζόρικος ορμητικός ακατέργαστος εκφοβιστικός σκληροτράχηλος
Αντώνυμα
ήμερος εξημερωμένος οικόσιτος κατοικίδιος ήπιος πράος οικιακός ήρεμος ήσυχος πολιτισμένος φιλήσυχος γλυκός απαλός ειρηνικός γαλήνιος τρυφερός γλυκό συνεσταλμένος μετρημένος ελεγχόμενος ψηφισμένος ανθρώπινος καλοσυνάτος
Παραδείγματα χρήσης
- Το άγριο λιοντάρι τρομοκρατούσε τα ζώα της πεδιάδας.
- Ήταν πολύ άγριος όταν τον ρώτησαν για τα χρήματα.
- Η άγρια θάλασσα απέκλεισε το λιμάνι για μέρες.
- Η άγρια ομορφιά του βουνού με συγκλόνισε.
- Στα δάση ζουν άγριοι λύκοι.