έντονος
επίθετο1. Που παρουσιάζει μεγάλο βαθμό έντασης, ισχύος ή αντίκτυπου σε ένα χαρακτηριστικό ή φαινόμενο.
2. Που έχει ζωηρό ή βαθύ χρώμα, έντονο άρωμα ή δυνατή γεύση που προκαλεί εύκολα αντίδραση των αισθήσεων.
Συνώνυμα
δυνατός εντατικός ισχυρός σφοδρός οξύς δυναμικός οξύ ακραίος ηχηρός πληθωρικός πυρετώδης χτυπητός ζωηρός θερμός ένθερμος παθιασμένος πύρινος εκρηκτικός βίαιος καυστικός διαπεραστικός σκληρός βαρύς αιχμηρός συγκλονιστικός δραματικός κραυγαλέος οργισμένος φλογερός ορμητικός συγκινητικός σπαρακτικός καταιγιστικός βαθύς σπουδαίος καυτός πρωτοφανής αισθητός δραστικός τσουχτερός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κόκκινο φόρεμα είχε έντονο χρώμα.
- Στο δωμάτιο υπήρχε έντονη μυρωδιά καφέ.
- Ένιωσε έντονη λύπη για το ατύχημα.
- Ο πονοκέφαλος ήταν έντονος όλη τη μέρα.
- Οι διαφωνίες έγιναν έντονες στη συνέλευση.