αυστηρός
επίθετο1. Που επιβάλλει ή εφαρμόζει κανόνες και πειθαρχία με μεγάλη απαιτητικότητα και χωρίς ανοχή στην παράβαση.
2. Που κρίνει ή αντιμετωπίζει με χαμηλή ανοχή τα λάθη ή τις παραλείψεις, απαιτώντας αυστηρή συμμόρφωση προς πρότυπα ή απαιτήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
χαλαρός ήπιος ανεκτικός επιεικής μαλακός εύκολος μαλθακός συγχωρητικός ελαστικός ευέλικτος συμπονετικός απαλός υποχωρητικός ευμενής γλυκό διαλλακτικός ευνοϊκός παιχνιδιάρης συγκαταβατικός χαδιάρης χαλαρούλης ανέμελος φιλελεύθερος ευγενικός προσιτός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής ήταν αυστηρός με τους μαθητές στο μάθημα.
- Οι κανόνες του σχολείου είναι αυστηροί και δεν γίνονται εξαιρέσεις.
- Η τιμωρία ήταν αυστηρή, αλλά δίκαιη.
- Τον χειμώνα επικράτησε ένας αυστηρός παγετός που έσπασε σωλήνες.
- Το γραφείο είχε αυστηρό και λιτό σχεδιασμό, χωρίς περιττά διακοσμητικά.