ευχάριστος
επίθετο1. Που προκαλεί ευχαρίστηση ή ικανοποίηση, βελτιώνοντας τη διάθεση ή τα συναισθήματα του ατόμου.
2. Που είναι ευχάριστο στις αισθήσεις — στην όραση, στην ακοή, στη γεύση ή στην αφή — προσφέροντας άνεση ή απόλαυση.
Συνώνυμα
συμπαθητικός ηδύς εύχαρις συμπαθής αρεστός απολαυστικός ευπρόσδεκτος πρόσχαρος φιλικός ευγενικός κουλ διασκεδαστικός ωραίος χαριτωμένος ηδονικός γλυκός γαλήνιος ήρεμος ζεστός αναπαυτικός δροσερός δροσιστικός κομπλέ άνετος θαυμάσιος γελαστός καλοσυνάτος λαχταριστός χαρισματικός προσηνής
Αντώνυμα
δυσάρεστος ενοχλητικός ανυπόφορος βαρετός αποκρουστικός αντιπαθητικός απωθητικός αντιπαθής απαίσιος τρομερός λυπηρός ανατριχιαστικός φρικτός αηδιαστικός ανιαρός απεχθής βδελυρός καταθλιπτικός φρικιαστικός αποτροπιαστικός γκρινιάρης μακάβριος ξινός σιχαμερός σπαστικός σιχαρός άβολος ανεπιθύμητος κουραστικός σκληρός δυσμενής εχθρικός άσχημος εκνευριστικός απαρεστός τρομακτικός τραγικός απογοητευτικός αποτρόπαιος εφιαλτικός οδυνηρός τρομαχτικός δυσβάσταχτος εμετικός εξαντλητικός εξοντωτικός επώδυνος άχαρος αισχρός δύστροπος προσβλητικός πικρός σπαρακτικός φριχτός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ευχάριστος κύριος βοηθούσε πάντα τους γείτονες.
- Η ευχάριστη συζήτηση έκανε την ώρα να περάσει γρήγορα.
- Το απόγευμα ήταν ευχάριστο, με δροσερό αεράκι.
- Οι ευχάριστες ειδήσεις ανύψωσαν το ηθικό της ομάδας.
- Τα ευχάριστα αρώματα από τα λουλούδια γέμισαν τον κήπο.