εριστικός

επίθετο

Που έχει την τάση να προκαλεί ή να επιδιώκει αντιπαραθέσεις και διαμάχες, εκφράζεται εύκολα με επιθετικό ή προκλητικό τόνο στις συζητήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καθηγητής στη συζήτηση ήταν εριστικός και διέκοπτε συνεχώς τους φοιτητές.
  • Ο φίλος μου έγινε εριστικός όταν άρχισαν να συζητούν πολιτική.
  • Ο σχολιαστής ήταν εριστικός στο άρθρο του και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Ο πολιτικός ήταν εριστικός στη συνέντευξη, απαντώντας με επιθετικό τόνο.
  • Ο αρθρογράφος έγινε εριστικός στις απαντήσεις του κάτω από την ανάρτηση.