αγριεμένος
άλλοΠου βρίσκεται σε έντονη διέγερση, νευρικότητα ή οργή και το δείχνει στη συμπεριφορά ή στο ύφος του.
Συνώνυμα
οργισμένος εξαγριωμένος εξοργισμένος έξαλλος μανιασμένος ανεβασμένος οξύθυμος θυμωμένος εκνευρισμένος εχθρικός επιθετικός άγριος τσαντισμένος αγριωπός θηριώδης βίαιος μουτρωμένος κατσούφης ξεσαλωμένος σκληρός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας ήταν αγριεμένος όταν έμαθε τα νέα.
- Ο σκύλος γάβγιζε και φαινόταν αγριεμένος.
- Ο λύκος στο δάσος έμοιαζε αγριεμένος και πλησίαζε αργά.
- Ο καιρός ήταν αγριεμένος με δυνατούς ανέμους.
- Ο τόνος του ήταν αγριεμένος όταν του εξήγησα το λάθος.