δυνατός
επίθετο1. Που έχει μεγάλη φυσική δύναμη ή ικανότητα να ασκεί δύναμη.
2. Που παρουσιάζει μεγάλη ισχύ ή ένταση, με έντονη επίδραση σε ήχο, φως, γεύση ή συναίσθημα.
3. Που παρουσιάζει μεγάλη αντοχή και στερεότητα, ικανό να αντέχει καταπονήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αδύναμος ασθενής ανίκανος ήσυχος αθόρυβος εύθραυστος ελαφρύς άτονος αχνός σιγανός χαμηλός ανήμπορος αναιμικός εξασθενημένος κουρέλι μαλακός ευάλωτος ασθενικός ανίσχυρος ήπιος απαλός αβοήθητος εξαντλημένος καταβεβλημένος μαλθακός τελειωμένος αδύνατος λιώμα άρρωστος αμυδρός αποκαμωμένος αραιωμένος ασθενέστερος εξουθενωμένος κατάκοπος καταρρακωμένος μικροκαμωμένος ξεθεωμένος συντριμμένος ημιθανής παροδικός αποδυναμωμένος αναποτελεσματικός πάσχων κουρασμένος άπορος ευπαθής καταπονημένος ταλαιπωρημένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αθλητής είναι δυνατός και σηκώνει βαριά βάρη.
- Η μουσική ήταν δυνατή χθες το βράδυ και δεν μπορούσα να κοιμηθώ.
- Ξέσπασε ένας δυνατός άνεμος που έριξε κλαδιά στους δρόμους.
- Η ομάδα μας είναι δυνατή φέτος και έχει πολλές πιθανότητες νίκης.
- Δεν είναι δυνατό να τελείωσε τόσο γρήγορα το έργο.
- Το φάρμακο είναι πολύ δυνατό, γι' αυτό πάρε τη σωστή δοσολογία.