επίπονος
επίθετο1. Που προκαλεί ή συνοδεύεται από σωματικό ή ψυχικό πόνο ή δυσφορία.
2. Που απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, επίμονο κόπο και αντοχή για να πραγματοποιηθεί ή να ολοκληρωθεί.
Συνώνυμα
κοπιαστικός κοπιώδης εξαντλητικός κουραστικός δύσκολος απαιτητικός επώδυνος οδυνηρός ταλαιπωρητικός βασανιστικός σκληρός βαρύς ζόρικος δυσβάσταχτος δυσχερής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ανάρρωση μετά την εγχείρηση ήταν επίπονη αλλά αναγκαία.
- Ο μαραθώνιος ήταν ένας πολύ επίπονος αγώνας για όλους.
- Το τεστ πρόκρισης ήταν επίπονο για τα μικρότερα παιδιά.
- Η διόρθωση του χειρογράφου αποδείχθηκε επίπονη και χρονοβόρα.
- Οι εβδομάδες αποκατάστασης ήταν επίπονες για τους αθλητές.