στιβαρός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει μεγάλη αντοχή στη φθορά, στην καταπόνηση ή στο βάρος λόγω καλά οργανωμένης δομής που αποτρέπει εύκολη παραμόρφωση ή βλάβη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το θρανίο είναι στιβαρό και δεν κουνιέται.
  • Ο στιβαρός εργάτης σήκωσε τη βαλίτσα χωρίς να δυσκολευτεί.
  • Η εταιρεία παρουσίασε μια στιβαρή οικονομική έκθεση.
  • Οι στιβαροί τοίχοι του παλιού σπιτιού αντέχουν τους σεισμούς.
  • Στη συζήτηση έδωσε μια στιβαρή εξήγηση που έπεισε όλους.