τραχύς

επίθετο

1. Που έχει ανώμαλη, σκληρή ή μη λεία επιφάνεια και προκαλεί αίσθηση τραχύτητας στην αφή.

2. Που ακούγεται τραχύς ή σπασμένος στον ήχο ή στη φώνηση, χωρίς λεπτότητα στην εκφορά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κορμός του δέντρου ήταν τραχύς στο άγγιγμα.
  • Ο δρόμος του χωριού ήταν τραχύς και γεμάτος λακκούβες.
  • Ο τρόπος του ήταν τραχύς και απότομος, χωρίς διπλωματία.
  • Ο χειμώνας φέτος ήταν τραχύς, με σφοδρές καταιγίδες και πολύ κρύο.
  • Ο τόνος της κριτικής ήταν τραχύς και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.