τραχύς
επίθετο1. Που έχει ανώμαλη, σκληρή ή μη λεία επιφάνεια και προκαλεί αίσθηση τραχύτητας στην αφή.
2. Που ακούγεται τραχύς ή σπασμένος στον ήχο ή στη φώνηση, χωρίς λεπτότητα στην εκφορά.
Συνώνυμα
αδρός χονδροειδής κακοτράχαλος τραχιάς τραχιός σκληρός άγριος ωμός αγενής βραχνός ακατέργαστος σκληροτράχηλος χοντροκομμένος ανώμαλος χοντρός βάρβαρος ζόρικος χυδαίος βίαιος άκομψος άξεστος βάναυσος εκφοβιστικός νταής
Αντώνυμα
ομαλός απαλός μαλακός ήπιος ευγενικός επίπεδος λειασμένος λεπτεπίλεπτος λείος γυαλιστερός γλυκός διακριτικός τρυφερός γλυκό διακριτικό στρογγυλεμένος εκλεπτυσμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κορμός του δέντρου ήταν τραχύς στο άγγιγμα.
- Ο δρόμος του χωριού ήταν τραχύς και γεμάτος λακκούβες.
- Ο τρόπος του ήταν τραχύς και απότομος, χωρίς διπλωματία.
- Ο χειμώνας φέτος ήταν τραχύς, με σφοδρές καταιγίδες και πολύ κρύο.
- Ο τόνος της κριτικής ήταν τραχύς και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.