κακός
επίθετο1. Που έχει ή εκδηλώνει κακή ηθική, πρόθεση ή συμπεριφορά προς άλλους.
2. Που προκαλεί βλάβη, πόνο ή αρνητικές συνέπειες για ανθρώπους, πράγματα ή καταστάσεις.
3. Που χαρακτηρίζεται από χαμηλή ποιότητα, ανεπαρκή λειτουργία ή μη ικανοποιητική απόδοση.
Συνώνυμα
μοχθηρός κακόβουλος κακοπροαίρετος σκάρτος διαβολικός σατανικός δόλιος πονηρός ανήθικος διεφθαρμένος σκληρόκαρδος απάνθρωπος βάρβαρος κακότροπος άθλιος χάλια μάπα κακόγουστος φτωχός ανεπαρκής ανίκανος άχρηστος βλαβερός επιζήμιος σκληρός κακοδιάθετος φαύλος απαίσιος αχρείος σκατένιος μέτριος επικίνδυνος ζημιογόνος σάπιος κακοήθης κακοποιός εκδικητικός διεστραμμένος άσχημος φρικτός δυσμενής ελεεινός αισχρός προβληματικός κατακριτέος φριχτός
Αντώνυμα
καλός αγαθός ενάρετος καλόκαρδος φανταστικός εξαίρετος εξαίσιος θαυμάσιος θεσπέσιος σούπερ γαμάτος ευγενής ευεργετικός φιλάνθρωπος ευπρεπής σπλαχνικός αβλαβής ωφέλιμος χρήσιμος ικανός άξιος ευσπλαχνικός επιεικής τρομερός ήρωας καταπληκτικός άριστος άψογος αξιοθαύμαστος θεϊκός τέλεια υποδειγματικός ωραίος άκακος ανεκτός ικανοποιητικός καλοσυνάτος ποιοτικός τέλειος εξαιρετικός υπέροχος υγιής ευμενής ευπρόσδεκτος ευλογημένος ευτυχής εκπληκτικός καλύτερος ηθικός ιδανικός κούκλος άγγελος απολαυστικός επαρκής κομπλέ κορυφαίος συμπαθής αγνός αψεγάδιαστος ευνοϊκός παραδειγματικός πρότυπος καλοπροαίρετος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κακός άνθρωπος παραβίασε την εμπιστοσύνη όλων.
- Η κακή είδηση σόκαρε την οικογένεια.
- Το κακό αποτέλεσμα μάς ανησύχησε.
- Οι κακοί παίκτες έχασαν το ματς.
- Οι κακές καιρικές συνθήκες ακύρωσαν την εκδρομή.