αμείλικτος

επίθετο

1. Που δεν δείχνει έλεος ή συμπόνια και δεν παρέχει επιείκεια απέναντι σε πρόσωπα ή πράξεις.

2. Που εφαρμόζεται ή εκδηλώνεται χωρίς ελαστικότητα ή υποχώρηση, με αυστηρότητα που δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δικαστής ήταν αμείλικτος στην απόφασή του.
  • Η αμείλικτη μοίρα δεν άφησε περιθώρια για λύπηση.
  • Ο ήλιος στην έρημο είναι αμείλικτος, δεν υπάρχει σκιά.
  • Η κριτική που δέχθηκε η παράσταση ήταν αμείλικτη.
  • Τα στοιχεία της έρευνας είναι αμείλικτα και καταρρίπτουν τις δικαιολογίες.
  • Οι αντίπαλοι έπαιξαν αμείλικτοι, χωρίς λάθη στο δεύτερο ημίχρονο.